τρύγημα

τρύγημα
το , τρύγησις (-εως) η
1) см. τρύγος; 2) перен. обирание, вымогание дани

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "τρύγημα" в других словарях:

  • τρύγημα — το, ατος 1. τρύγηση, τρυγητός, τρύγος: Τρύγημα των σταφυλιών. 2. χρηματισμός με επιτηδειότητα σε βάρος κάποιου, απομύζηση: Στην πρέφα κέρδισε πολλά, έκανε τρύγημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τρύγημα — το, ΝΜΑ [τρυγῶ (Ι)] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού τρυγώ, η συγκομιδή καρπών νεοελλ. 1. (κυρίως) συγκομιδή σταφυλιών, τρύγος 2. μτφ. επιτήδεια απόσπαση χρημάτων από κάποιον αρχ. η συγκέντρωση τού μελιού από τις κυψέλες …   Dictionary of Greek

  • FAEX — vini purgamentum est: de qua Plin. l. 14. c. 20. Faex vini siccata recipit ignes, ac sine alimento per se flagrat. Cinis eius nitri naturam habet easdemque vires hoc amplius, quod pinguior sentitur. Graece γρύξ uti τρὺγημα vindemia est. Unde… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Μαιμακτηριών — Ο πέμπτος μήνας του αρχαίου αθηναϊκού ημερολόγιου, που αντιστοιχούσε στο σημερινό διάστημα από τα μέσα Οκτωβρίου έως τα μέσα Νοεμβρίου. Ο Αρποκρατίων υποστηρίζει ότι ο μήνας αυτός πήρε την ονομασία του από τον Μαιμάκτη Δία, δηλαδή τον ενθουσιώδη… …   Dictionary of Greek

  • τρύγηση — η η συγκομιδή καρπών, τρύγημα, τρύγος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τρύγος — ο 1. τρυγητός, τρύγηση, τρύγημα. 2. η εποχή που γίνεται ο τρύγος: Θα σε πληρώσω στον τρύγο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»